- ἔλεκτο
- ἔλεκτο: see λέγω.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
ἔλεκτο — λέγω 1 lay aor ind pass 3rd sg (epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
κἄλεκτ' — ἄλεκτα , ἄλεκτος not to be told neut nom/voc/acc pl ἄλεκτε , ἄλεκτος not to be told masc/fem voc sg ἔλεκτο , λέγω 1 lay aor ind pass 3rd sg (epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)